16 Μαρτίου 2016

Αμερικάνικες εκλογές και παγκόσμια οικονομία

Mεγάλες αλλαγές βρίσκονται σε εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η χώρα ετοιμάζεται να εκλέξει νέο πρόεδρο, το ένα τρίτο της Γερουσίας και το σύνολο της Βουλής των Αντιπροσώπων τον Νοέμβριο. Το αποτέλεσμα θα έχει βαθιές συνέπειες για την οικονομική πολιτική των ΗΠΑ, και ως εκ τούτου για την παγκόσμια οικονομία.

Οπως έχουν τα πράγματα, η Χίλαρι Κλίντον παραμένει το φαβορί για το χρίσμα των Δημοκρατικών, αν και δεν το έχει εξασφαλίσει ακόμα από τον εσωκομματικό διεκδικητή, τον Σοσιαλιστή γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς.
Ο πομπώδης δισεκατομμυριούχος Ντόναλντ Τραμπ προηγείται στους Ρεπουμπλικάνους, ακολουθούμενος από τον γερουσιαστή Τεντ Κρουζ του Τέξας, και από τον γερουσιαστή Μάρκο Ρούμπιο της Φλόριντα. Πιο πίσω είναι ο δημοφιλής κυβερνήτης του Οχάιο Τζον Κάσιτς, και ο νευροχειρουργός Μπεν Κάρσον.


Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι ανησυχούν πολύ για τα οικονομικά τους θέματα – προβλήματα που οι κορυφαίοι υποψήφιοι θα αντιμετωπίσουν με πολύ διαφορετικούς τρόπους.

Στο εμπόριο, οι ιδέες του Τραμπ είναι επικίνδυνες και θα αντιστρέψουν δεκαετίες ευεργετικής διακομματικής αμερικανικής ηγεσίας όσον αφορά την ελευθέρωση του εμπορίου, με μεγάλους δασμούς στις εισαγωγές από το εξωτερικό, όπως από την Κίνα και το Μεξικό. Οι άλλοι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι μόλις και μετά βίας συζητούν αυτό το θέμα.

Οσο για τους Δημοκρατικούς, ο Σάντερς καταφέρεται εναντίον του ελεύθερου εμπορίου. Η Κλίντον έχει κάνει πίσω σχετικά με το θέμα: Εναντιώνεται τώρα στον αγωγό Keystone XL του Καναδά και στην εμπορική συμφωνία Trans-Pacific Partnership, την οποία προώθησε ως Υπουργός Εξωτερικών. Ο κίνδυνος ενός εμπορικού πολέμου είναι χαμηλός, αλλά αυξάνεται.

Η Κλίντον έχει πλησιάσει επίσης στις θέσεις του Σάντερς για την μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς οι επιθέσεις σε βάρος της επειδή εισέπραξε μεγάλες αμοιβές για ομιλίες από την Wall Street έχουν πλήξει σαφώς την εικόνα της μεταξύ των νέων ψηφοφόρων. Η Κλίντον απηχεί εν μέρει τώρα τις λαϊκίστικες θέσεις του Σάντερς κατά των τραπεζών.
Εν γένει, οι Δημοκρατικοί ευνοούν την χαλαρή νομισματική πολιτική, τα χαμηλά επιτόκια, και ένα υποτιμημένο δολάριο, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι ανησυχούν για την υπερβολικά χαλαρή νομισματική πολιτική.


Οι διαφορές αυτές θα έχουν εκτεταμένες επιπτώσεις. Με τον διορισμό ενός νέου προέδρου στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, ο επόμενος πρόεδρος θα έχει έμμεση επιρροή στα επιτόκια, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, και στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι υποψήφιοι επίσης διαφέρουν πάρα πολύ σε θέματα φορολογίας και δαπανών – και ως εκ τούτου στις προτάσεις τους για το έλλειμμα και για το χρέος.
Ο Σάντερς προτείνει πρόσθετες δαπάνες περίπου $18 τρισ. για την επόμενη δεκαετία για να καλύψει ένα ενιαίο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, επενδύσεις στις υποδομές, και «δωρεάν» (δηλαδή, πληρωμένα από τους φορολογούμενους) δίδακτρα στα δημόσια κολέγια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, θα επιβάλει αυξήσεις φόρων 6,5 τρισ. δολαρίων, ως επί το πλείστον στους «πλουσίους».


Αλλά οι Δημοκρατικοί ορίζουν ως «πλουσίους» όσους έχουν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα πάνω από $250.000 – σχεδόν τον αρχικό μισθό ενός ζευγαριού που ζει στην πόλη και έχει πιάσει την πρώτη δουλειά μετά το πανεπιστήμιο. Το έλλειμμα των 11,5 τρισ. δολαρίων θα πρέπει τελικά να καλυφθεί από μια γιγαντιαία μελλοντική αύξηση φόρων. Η Κλίντον έχει παρόμοιες προτεραιότητες δαπανών και φόρων, αν και με μικρότερες αυξήσεις.

Οι Ρεπουμπλικάνοι θέλουν να μειώσουν τους φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος φυσικών προσώπων και να διευρύνουν την φορολογική βάση. Θα μειώσουν τον εταιρικό φορολογικό συντελεστή της Αμερικής – τον υψηλότερο στον ΟΟΣΑ – σε ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό επίπεδο.

Ορισμένοι προτείνουν την αντικατάσταση των σημερινών φόρων ατομικού και εταιρικού εισοδήματος με έναν οριζόντιο φόρο στην κατανάλωση. Οι Ρεπουμπλικάνοι θα επιβραδύνουν την αύξηση των δαπανών στους περισσότερους τομείς, και θα αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες.
Ενω ο Τραμπ προτείνει γιγαντιαίες φορολογικές περικοπές 10 τρισ. δολαρίων και ο Κρουζ περίπου 9 τρισ. δολαρίων, ο Ρούμπιο και ο Κάσιτς έχουν παρουσιάσει πιο αληθοφανή οικονομικά και αριθμητικά δημοσιονομικά σχέδια. Οι προτάσεις της εκστρατείας τους είναι, φυσικά, εν μέρει φιλοδοξίες, και θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το Κογκρέσο.


Συνολικά, οι πολιτικές που προτείνονται από τον Σάντερς και την Κλίντον θα φέρουν τις ΗΠΑ πιο κοντά στο ευρωπαϊκό μοντέλο του κράτους κοινωνικής πρόνοιας. Οι Ρεπουμπλικανοί λένε όμως ότι το βιοτικό επίπεδο στη Δυτική Ευρώπη είναι 30% χαμηλότερο από των ΗΠΑ, και ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει επιβράδυνση της ανάπτυξης, και αύξηση της ανεργίας, και των κοινωνικών εντάσεων.
Ο Μάικλ Τζ. Μπόσκιν είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου