Οι άνδρες που βρίσκονταν στη Χασιά, ενισχύθηκαν με ένοπλους από διάφορες περιοχές της Αττικής. Έτσι, ο αριθμός τους έφτασε τις 3.500, σίγουρα ιδιαίτερα υπολογίσιμος. Στη συνέχεια, μετακινήθηκαν προς το Καματερό. Οι επικεφαλής τους (Βούρβαχης, Π. Νοταράς και Μαυροβουνιώτης), ήταν ανεξάρτητοι και ισότιμοι.
Αφού στρατοπέδευσαν στο Καματερό (με την ευκαιρία, να αναφέρουμε ότι το Καματερό πήρε το όνομά του είτε από το τιμάριο του Βυζαντινού άρχοντα Καματηρού (12ος αι.), είτε από τους πρώτους κατοίκους του, που εγκαταστάθηκαν εκεί μεταξύ 1816 και 1818 και είχαν το επώνυμο Καματερός, περισσότερα σε σχετικό μας άρθρο στις 22/10/2017), αναζήτησαν τις θέσεις όπου έπρεπε να τοποθετηθούν τα τρία σώματα.
Ο Μαυροβουνιώτης και ο Νοταράς, θεωρούσαν, σωστά κατά την άποψή μας, ότι έπρεπε να αποφύγουν την τακτική μάχη στα πεδινά μέρη και ότι έπρεπε να μείνουν σε ψηλές θέσεις για να τις χρησιμοποιούν σαν ορμητήρια αιφνιδιαστικών επιχειρήσεων στα νώτα του εχθρού.
Ο Βούρβαχης, που είχε πείρα μόνο από μάχες σε πεδινά μέρη, από την εμπειρία του με τον στρατό του Ναπολέοντα, ήθελε να εγκατασταθούν στην πεδιάδα, πιστεύοντας ότι θα πετύχει εύκολη νίκη. Μάταια οι άλλοι δύο που γνώριζαν ότι οι Τούρκοι θα είχαν πλεονέκτημα σε μάχη στην πεδιάδα, όπου θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και το ιππικό τους, προσπάθησαν να μεταπείσουν τον Βούρβαχη, λέγοντάς του ότι οι Έλληνες στρατιώτες είναι συνηθισμένοι να πολεμούν στα βουνά και τις στενωπούς, καθώς δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το ιππικό και συνεπώς έπρεπε να καταλάβουν ορεινές θέσεις. Ο Βούρβαχης όμως επέμεινε. Τοποθέτησε το τάγμα του στην πεδιάδα, ως προφυλακή των άλλων σωμάτων, τα οποία αποτελούσαν το κύριο μέρος της όλης δύναμης και κατέλαβαν θέσεις σε ορεινά ερείσματα, 500-600 μέτρα μακριά από τον Βούρβαχη.
Στις 27 Ιανουαρίου 1827, με την ανατολή του ήλιου, ο Κιουταχής με 600 ιππείς, 2.000 πεζούς και δύο πυροβόλα κινήθηκε εναντίον των Ελλήνων. Τα μεν πυροβόλα, τα έστησε απέναντι από τα σώματα των Νοταρά και Μαυροβουνιώτη για να εμποδίσει πιθανή κάθοδό τους προς την πεδιάδα, ενώ το ιππικό και το πεζικό κινήθηκαν προς την προφυλακή του Βούρβαχη. Ο γενναίος Συνταγματάρχης, κατόρθωσε να συγκρατήσει το σώμα του, αλλά κάποια στιγμή, η μάχη έφτασε να διεξάγεται με σπαθιά και λόγχες και ο αγώνας ήταν άνισος. Τριακόσιοι άνδρες, ανάμεσά τους ο Βούρβαχης και τέσσερις φιλέλληνες αξιωματικοί που πολέμησαν μαζί του, έπεσαν νεκροί. Σκοτώθηκαν επίσης δύο Έλληνες οπλαρχηγοί, ο Προκόπης Λέκκας και ο Αναγνώστης Κιουρκατιώτης, που είχε πολεμήσει ηρωικά σε προηγούμενες μάχες.
Οι στρατιώτες των άλλων σωμάτων, βλέποντας τη φοβερή σφαγή στην πεδιάδα, τράπηκαν σε φυγή στη διάρκεια της μάχης. Ο Βούρβαχης με τους άνδρες του, έμειναν αβοήθητοι στη διάρκεια του αγώνα τους. Ο Κιουταχής, διέταξε να κόψουν τα κεφάλια του Βούρβαχη και των 4 φιλελλήνων αξιωματικών και να τα στείλει στον σουλτάνο, μαζί με τις στολές τους, για να δείξει ότι Γάλλοι αξιωματικοί πολεμούν μαζί με τους Έλληνες και ότι νίκησε στη μάχη του Καματερού στρατό τον οποίο διοικούσαν Ευρωπαίοι.
Δυστυχώς, καμία από τις, αξιόλογες θεωρούμε, πηγές μας, δεν αναφέρει τα ονόματα των 4 ηρωικών φιλελλήνων. Αναζητώντας όμως στον κατάλογο των φιλελλήνων του Ελβετού Fornezy, κάποιους που σκοτώθηκαν στο Καματερό, εντοπίσαμε δύο και τους αναφέρουμε εδώ, για πρώτη φορά νομίζουμε στο διαδίκτυο. Πρόκειται για τους de Gascg και Gibbasier. Ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε κάποιους ανιδιοτελείς Γάλλους που ήρθαν να πολεμήσουν για την ελευθερία των Ελλήνων και άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Καματερό.Πάντως, υπάρχει και μία άλλη εκδοχή για το τι έγινε με τον Δ. Βούρβαχη. Οι Γουίτκοπ και Χάου, στα απομνημονεύματα τους, αναφέρουν ότι τόσο αυτός όσο και οι Γάλλοι φιλέλληνες αιχμαλωτίστηκαν από τον Κιουταχή. Ο Γερμανός Χέιδεκ, μετέπειτα μέλος της Αντιβασιλείας, που πήρε μέρος στην μάχη, προσπάθησε να πείσει τον Κιουταχή να τους απελευθερώσει, δεν τα κατάφερε όμως. Όλοι συμφωνούν, ότι ο Βούρβαχης και οι 4 φιλέλληνες σκοτώθηκαν, αποκεφαλίστηκαν και τα κεφάλια τους στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη…
Μετά τη μάχη του Καματερού – Η «εκδίκηση» των Ελλήνων
Περιχαρής ο Κιουταχής, μετά τη νίκη του, πήγε στα, εξοχικά τότε, Πατήσια (!), όπου είχε το στρατηγείο του και θεωρώντας ότι οι πολιορκημένοι της Ακρόπολης μόλις μάθαιναν όσα είχαν γίνει στο Καματερό, θα απογοητεύονταν και θα παραδίδονταν, έστειλε επιστολή στους επικεφαλής των εγκλείστων Ν. Κριεζώτη και Στάθη Κατσικογιάννη, ζητώντας τους να παραδώσουν το φρούριο και υποσχόμενος να σεβαστεί τις ζωές τους. Γράφει χαρακτηριστικά: «Είδατε και με τα ίδια σας ομμάτια εκείνο όπου έπραξα σήμερον πριν του γεύματος εναντίον των εις βοήθειάν σας ερχομένων και εις Καματερόν εστρατοπεδευμένων ομογενών σας την μόνην δηλαδή ελπίδα της ειδικής σας σωτηρίας… Δια και σας λέγω, αν θέλετε και σεις το ειδικόν σας καλόν, αποφασίσατε να έβγετε αυτόθεν. Και όστις θέλει, ας σταθεί εις την ημετέραν δούλευσιν. Όστις δε μη, έχει άδεια να πηγαίνει, ως βούλεται, όπου θέλει».
Οι Έλληνες οπλαρχηγοί, είχαν αποφασίσει να μην παραδοθούν. Ωστόσο, θέλοντας να οργανωθούν και να πάρουν καλύτερες θέσεις οι άλλοι Έλληνες, που είχαν πληροφορηθεί ότι βρίσκονταν στον Πειραιά, άρχισαν να εμπαίζουν τον Κιουταχή, λέγοντάς του ότι θα τον απαντήσουν την επόμενη μέρα, την επόμενη, ότι θα του απαντήσουν τη μεθεπόμενη κλπ. Μετά από τρεις τουλάχιστον μέρες, ο Κιουταχής κατάλαβε ότι οι Έλληνες της Ακρόπολης τον κοροϊδεύουν και αποφάσισε να κινηθεί εναντίον όσων βρίσκονταν στον Πειραιά, για να τους εμποδίσει να βοηθήσουν τους έγκλειστους της Ακρόπολης.
Έτσι, στις 29 Ιανουαρίου 1827 κατόπτευσε τις θέσεις των Ελλήνων στα παράλια του Πειραιά και την επόμενη, κινήθηκε εναντίον όσων βρίσκονταν στην Καστέλλα, την καλύτερα οχυρωμένη θέση της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά. Ο τουρκικός στρατός κατέλαβε τον πεδινό χώρο μεταξύ του Λειβαδιού και του μοναστηριού, έστησε εκεί έξι κανόνια και με την ανατολή του Ήλιου άρχισε τη μάχη (30 Ιανουαρίου 1827).
Γύρω από το πυροβολικό, βρισκόταν το ιππικό, αναμένοντας το παράγγελμα της εξόρμησης. Το πεζικό άρχισε να επιτίθεται κατά ομάδες στα ελληνικά οχυρώματα, χωρίς αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι επέμεναν, παρά τις μεγάλες τους απώλειες από τις βολές των κανονιών της Καστέλλας, αλλά και της «Καρτερίας» και των δύο ψαριανών μπρικιών. Μετά από 5 ώρες, έχοντας μεγάλες απώλειες, αποσύρθηκαν σε άθλια κατάσταση. Μάλιστα, κατά την αποχώρησή τους, 250 Αθηναίοι πολεμιστές με επικεφαλής τον Μακρυγιάννη και υπαρχηγούς τον Δημήτριο Μπενιζέλο και τον Σπύρο Δοντά, τους καταδίωξανκαι τους προκάλεσαν μεγαλύτερες απώλειες. Τουλάχιστον 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν, ενώ 60 ήταν οι νεκροί από ελληνικής πλευράς. Ζημιές υπέστη και η «Καρτερία», από τις βολές του τουρκικού πυροβολείου, που βρισκόταν στο μοναστήρι.
Ανάμεσά στους γενναίους Έλληνες που πολέμησαν στον Πειραιά, ήταν και ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος. Ένας, κατά την άποψή μας, από τους σπουδαιότερους ήρωες του 1821, ο οποίος όμως δεν έχει προβληθεί όπως θα του άξιζε. Γεννημένος στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας (παλαιότερα Λαμποτίνα), ήταν γνωστός με τα παρωνύμια Κραβαρίτης και Γιώτης. Σ’ αυτόν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό ο ανέλπιστος ελληνικός θρίαμβος στην Κλείσοβα, στις 25 Μαρτίου 1826 (δείτε και σχετικό μας άρθρο), όπου είχε διορισθεί υποφρούραρχος, από τον Δεκέμβριο του 1825. Ήταν ανάμεσα στους πολιορκημένους του Μεσολογγίου. Ειδικός στην κατασκευή ορυγμάτων με τα οποία οι Έλληνες ανατίναζαν τουρκικά προχώματα (όπως και ο Βορειοηπειρώτης Χορμοβίτης ή Λαγουμιτζής), είχε σημαντική συμβολή και στην άμυνα της «Ιερής Πόλης». Κατάφερε να σωθεί κατά την Έξοδο και συνέχισε να μάχεται, κυρίως στην Ανατολική Στερεά. Ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, πέθανε στο Αιτωλικό το 1838. Φέτος, ήταν μια καλή ευκαιρία να αναδειχθούν ήρωες σαν τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, αλλά δυστυχώς, δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μια τέτοια προοπτική…
Επίλογος
Αυτή ήταν λοιπόν η πραγματική ιστορία του Διονυσίου Βούρβαχη, ενός αγνού Έλληνα, με πολλές διακρίσεις στο πλευρό του Ναπολέοντα, που άφησε την τελευταία του πνοή στο Καματερό το 1827, άδικα και άδοξα, καθώς δεν άκουσε τις, σωστές, συμβουλές των Π. Νοταρά και Β. Μαυροβουνιώτη. Ο γιος του, Κάρολος Διονύσιος Σωτήριος (Charles Denis Sauter Bourbaki) (1816-1897), έφτασε να γίνει Στρατηγός του γαλλικού Στρατού. Το 1862, μετά την έξωση του Όθωνα, του προτάθηκε ο θρόνος του Βασιλιά της Ελλάδας, όμως αρνήθηκε. Ως Bourbaki (Μπουρμπακί), είναι γνωστή και μία ομάδα Γάλλων μαθηματικών της δεκαετίας του 1930. Επρόκειτο για συλλογικό ψευδώνυμο αποφοίτων της Ecole Normall Superiaure (Καρτάν, Σεβαλιέ, Ντιεντονέ, Ερεσμάν, Βάιλ κ.ά.), που «δανείστηκαν» το όνομά τους από τον Σαρλ Μπουρμπακί, χωρίς κανένας από αυτούς να έχει σχέση με τον Ελληνογάλλο Στρατηγό.
Πάντως, κοιτίδα της οικογένειας Βούρβαχη, ήταν τα Σφακιά της Κρήτης. Κατάγονταν από την φημισμένη βυζαντινή οικογένεια των Σκορδίληδων. Ο πρώτος που αναφέρεται με το «νέο» επώνυμο, Βούρμπαχης, ήταν ο άρχοντας Ευστράτιος Βούρμπαχης (1610-1690), που πολέμησε μαζί με τους Ενετούς εναντίον των Τούρκων. Ο Οθωμανός Αρχιστράτηγος, ονόμαζε τον άρχοντα αντίπαλό του ΒΟΥΡΜΠΑΧ (Βουρ= εμπρός και ΜΠΑΧ= κεφάλι), δηλαδή, ο μπροστάρης, ο επικεφαλής. Το «παρατσούκλι» Βούρμπαχης, έγινε επώνυμο της οικογένειας. Ο πατέρας του Διονύσιου Βούρβαχη, μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770), αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κεφαλλονιά, όπου γεννήθηκε ο Διονύσιος. Τα επώνυμα Βούρβαχης, Μπούρμπαχης, Βουρβαχάκης, Μπουρμπαχάκης, Μπουρμπάκης κλπ, είναι συνηθισμένα σήμερα στην Ελλάδα.
Πηγές:
• Βασική πηγή για το άρθρο, ήταν το μνημειώδες έργο του Διονύσιου Κόκκινου «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ Εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ, 1974.
• Ακόμα, αντλήσαμε στοιχεία από την «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, το έργο του Δ. Φωτιάδη «Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821», τόμος Γ’, ΕΚΔΟΣΕΙΣ Σ. Ι ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ 2018 και το σάιτ «ΣΦΑΚΙΑ, Η ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ», για την καταγωγή του Δ. Βούρβαχη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου