Τής Λίλας Σταμπούλογλου
Ένας γνωστός μου γύρισε φέτος από τις διακοπές με μια ιστορία που τη διηγήθηκε λίγο σαν ανέκδοτο και λίγο σαν τραυματική εμπειρία. Είχαν επιλέξει ένα απομονωμένο μέρος, τόσο απομονωμένο που το κινητό έπιανε μόνο αν ανέβαινες σε έναν βράχο και το ίντερνετ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. «Επιτέλους θα ηρεμήσουμε», έλεγαν πριν φύγουν. Τους βγήκε από τη μύτη. Τα παιδιά γκρίνιαζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ γιατί δεν μπορούσαν να δουν βίντεο, να παίξουν παιχνίδια ή να μιλήσουν με τους φίλους τους. Και οι μεγάλοι, όμως, δεν πήγαιναν πίσω. Έψαχναν απεγνωσμένα γραμμή σήματος γιατί χωρίς αυτήν, κάτι έλειπε. Ένας ήθελε να δει τα νέα, η άλλη να χαζέψει στο Instagram, ο άλλος να τσεκάρει τα mail του, αυτά που όλο τον υπόλοιπο χρόνο του την έσπαγε να τα βλέπει. Πιάνοντας κουβέντα με μια Αθηναία, στον παραθαλάσσιο οικισμό της Ροδόπης όπου παραθερίζουμε και οι δύο κάθε καλοκαίρι για όσο διαρκούν οι άδειες μας, διαπιστώσαμε ότι νιώθαμε ακριβώς το ίδιο. «Δεν περνάει η ώρα εδώ», μου είπε. Γέλασα γιατί ήταν σαν να άκουγα τον εαυτό μου. Έχεις κάνει το μπάνιο σου, έχεις πιει τον καφέ σου, έχεις φάει το μεσημεριανό σου, έχεις περπατήσει λίγο στην παραλία, κοιτάζεις το ρολόι και είναι ακόμη τέσσερις το απόγευμα. Και σε πιάνει μια περίεργη νευρικότητα για το πώς θα γεμίσεις τις υπόλοιπες ώρες μεχρι το βράδυ. Λένε ότι η βαρεμάρα είναι η νέα πολυτέλεια. Ότι σε έναν κόσμο που τρέχει ασταμάτητα, το να μην έχεις τίποτα να κάνεις είναι προνόμιο. Από αυτή την άποψη, είμαστε τυχεροί όσοι ζούμε για λίγο αυτή την αργή εκδοχή του καλοκαιριού. Μόνο που η θεωρία απέχει πολύ από την πράξη. Γιατί ο άνθρωπος της πόλης έχει μάθει να ζει μέσα στον θόρυβο. Να περνάει από υποχρέωση σε υποχρέωση, από ειδοποίηση σε ειδοποίηση, από οθόνη σε οθόνη, να καταναλώνει συνεχώς κάτι και όταν όλα αυτά σταματούν απότομα, δεν νιώθει ελευθερία. Νιώθει αμηχανία. Βρίσκεσαι δίπλα στη θάλασσα, μέσα στη φύση, εκεί όπου υποτίθεται ότι πηγαίνεις για να ξεκουραστείς. Δεν έχεις meetings, δεν έχεις προθεσμίες, δεν έχεις το άγχος της καθημερινότητας. Και ξαφνικά αισθάνεσαι το κενό του χρόνου να σου πέφτει κάπως βαρύ. Τι αλλοτρίωση, αλήθεια. Να μην μπορείς να χαλαρώσεις όταν, επιτέλους, δεν έχεις τίποτα να κάνεις. Και φυσικά, το πρώτο που έρχεται να καλύψει αυτό το κενό είναι το κινητό. Το πιάνεις μηχανικά, το αφήνεις, το ξαναπιάνεις, ανοίγεις το Instagram, μετά το Facebook, μετά τα μηνύματα, μετά κάποιο ειδησεογραφικό site. Μετά λες, φτάνει, όχι συνέχεια κινητό, ας κοιτάξω λίγο τη θάλασσα. Δέκα λεπτά την κοιτάς και μετά βαριέσαι και το ξαναπιάνεις. Κάποτε οι διακοπές είχαν και μεγάλα κενά απραξίας. Σήμερα κάθε τέτοια μικρή παύση μοιάζει να ζητά επειγόντως αντικατάσταση. Κι όμως, την ίδια στιγμή, όλοι δηλώνουμε ότι έχουμε ανάγκη να αποσυνδεθούμε και να αφεθούμε, να βαρεθούμε. Είναι σχεδόν η μόνιμη επωδός του καλοκαιριού: «Θέλω να αφήσω το κινητό στην άκρη». «Θέλω να κοιτάζω το ταβάνι». «Θέλω να μην κάνω απολύτως τίποτα». Αντέχουμε, αλήθεια, να πέσουμε στο κενό χρόνου που μας δίνουν οι διακοπές, οι εξοχές, η φύση; Δεν είμαι καθόλου σίγουρη οτι μπορούμε να αφήσουμε τον χρόνο να περνά χωρίς να τον γεμίζουμε με κάτι. Έχουμε ξεμάθει να υπάρχουμε χωρίς δράση και στρες. Αν υπάρχει κενό, θα το γεμίσουμε. Αν υπάρχει σιωπή, θα βάλουμε κάτι να παίζει. Αν υπάρχει μια ώρα που δεν έχει προγραμματιστεί, θα βρούμε κάτι να κάνουμε. Κι αν δεν βρούμε, θα ανοίξουμε το κινητό, τι αλλο; «Είναι τρελοί αυτοί οι σύγχρονοι Ρωμαίοι», θα έλεγε κανείς βλέποντάς μας. Έχουν θάλασσα, έχουν ήλιο, έχουν διακοπές, έχουν χρόνο και κάθονται να κοιτάνε μια οθόνη γιατί βαριούνται. Μάλλον έχουμε ξεχάσει πώς είναι η πραγματική ανία. Όχι η μικρή ανία που διαρκεί μέχρι να φορτώσει ένα βίντεο, αλλά εκείνη η παλιά, που δεν έχει deadline. Εκείνη που σε αφήνει μόνο σου με τον εαυτό σου και σε αναγκάζει να παρατηρήσεις πράγματα που τον υπόλοιπο χρόνο προσπερνάς. Ίσως γι’ αυτό να μας τρομάζει τόσο. Γιατί μέσα στην ανία, όταν δεν υπάρχει τίποτα να καταναλώσεις, μένει ο χρόνος καθαρός για να σκεφτείς, να παρατηρήσεις και να νιώσεις σε βάθος. Κι αυτό, για εμάς, τα σύγχρονα όντα της επιφάνειας και της ταχύτητας, της διάσπασης προσοχής και της ελαφρότητας, είναι ανοίκειο. Και επώδυνο, ενίοτε.
\ Πηγή: Protagon.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου